
Τιρκουάζ ακτή και κάποιες παλιότερες μνήμες από την Πόλη
Από τότε που ήμουν ανήλικο θυμάμαι να μονοπωλούν τις ειδήσεις ανησυχητικά ρεπορτάζ σχετικά με την γειτονική χώρα αεροπλάνα και βαπόρια να παραβιάζουν την κυριαρχία μας, καπάκι αμέσως μετά η δήλωση/προσβολή του τάδε Τούρκου πολιτικού/στρατηγού/υποστράτηγου/παράγοντα όπου κάτι χοντροκομμένο αναφωνείται για να έρθει βεβαίως εντός δευτερολέπτων και η απάντηση του Έλληνα με την αντίστοιχη θέση για να γεμίσει ότι έχει απομείνει από το υπόλοιπο δελτίο. Αυτά τα ρεπορτάζ υπήρχαν από όταν είχα οποιαδήποτε μνήμη και συναίσθηση της πραγματικότητας και δυστυχώς ότι θα συνεχιστούν χωρίς σημαντικά διαλείμματα μέχρι να πεθαίνω και κατόπιν.
Χωρίς να αμφισβητώ την αρνητική δυναμική μίας τόσο κακής γειτονίας, θεωρώ ότι οι κυβερνήσεις και των δύο χωρών συχνά καταγεύγουν στον μπαμπούλα του κακού γείτονα για τον αποπροσανατολισμό της κοινής τους γνώμης. Στην Ελλάδα ποικίλα πολιτικά και δημοσιογραφικά τίποτα έχουν χτίσει καριέρες με ανέξοδο τσαμπουκά πάνω στο θέμα ενώ περίεργα επαγγέλματα όπως «τουρκολόγοι» έχουν κάνει την εμφάνιση τους στα πάνελ τηλεοπτικών σταθμών.
Σε ένα τέτοιο μονίμως τεταμένο κλίμα, που και πως βρίσκει ένας Έλληνας το ενδιαφέρον, ιστορικό, εθνολογικό και κοινωνιολογικό, να επισκεφτεί την Τουρκία για τουρισμό; Όταν πηγαίνουμε για παράδειγμα στη Γαλλία, την Ιταλία ή την Δανία, κομμάτι της ταξιδιωτικής εμπειρίας αποτελεί και η περιέργεια μας να γνωρίσουμε το ποιοι είναι και πως ζουν οι συγκεκριμένοι λαοί. Ισχύει κάτι τέτοιο και για τους Τούρκους;


Η συντριπτική πλειοψηφία των συμπατριωτών που έχω γνωρίσει να έχουν ταξιδέψει στην γείτονα τείνουν να περιορίζονται σε ιστορικά μνημεία που έχουν σημαδεύσει την δική μας εθνική ή θρησκευτική συνείδηση όπως η Αγιά Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη ή μοναστήρια στην περιοχή της Τραπεζούντας. Η συναισθηματική φόρτιση του να επανενωθούμε με ένα κομμάτι του παρελθόντος μας είναι κατανοητή. Υπάρχει όμως γνήσια περιέργεια για τις άλλες διαστάσεις της Τουρκίας ως προορισμός πέρα από αυτό; Δύναται να υπάρχει για ένα λαό ιστορικό εχθρό και μόνιμη πηγή υπαρξιακής αγωνίας για την μέλλον;
Επισκέφτηκα την χώρα συνολικά πέντε φορές σε εντελώς διαφορετικές στιγμές στη ζωή μου. Την πρώτη ήταν το 1989 και ήμουν μόλις 8 χρονών. Πήγαμε στην Πόλη με τους γονείς μου οδικώς, με θεσσαλονικιώτικο ταξιδιωτικό γραφείο που διαφήμιζε την εμπειρία ως «Ανάσταση στην Κωνσταντινούπολη». Η δεύτερη επίσκεψη ήρθε το 2007 πάλι στην Κωνσταντινούπολη, ακριβώς πριν από την έναρξη της στρατιωτικής μου θητείας και λίγες βδομάδες μετά από την τελετή αποφοίτησης μου από το πανεπιστήμειο. Αυτή τη φορά πραγματοποιήσαμε το ταξίδι με ολονύχτιο τρένο ( με καταργημένο πλέον δρομολόγιο της Τραινοσέ) μαζί με έναν παιδικό μου φίλο από το σχολείο. Μαζί μας ήταν αρχικά σχεδιασμένο να έρθει και μία άλλη φίλη μας από τα Γρεβενά, η οποία το ακύρωσε τελευταία στιγμή επειδή οι γονείς της ανησυχούσαν ότι «μπορεί να γίνει πόλεμος»!
Την τρίτη μου επίσκεψη την πραγματοποίησα παραδόξως ένα καλοκαίρι του covid το 2020 όπου και πήγαμε στην περιοχή της Αττάλειας και της ευρύτερης «Τιρκουάζ Ακτής» που βλέπει στην ανατολική μεσόγειο και στο Νότιο Αιγαίο. Η επιλογή μας αυτή ήταν περισσότερο πρακτική – το έτερο μου ήμισυ έχει αμερικάνικο διαβατήριο και έπρεπε να βρούμε μία χώρα που να δέχεται τουρίστες από την Αμερική ( ο υπάλληλος στο Ελευθέριος Βενιζέλος που ρώτησα μου είπε πολύ γλυκά ότι και να φθάσουμε κάπως ως τα εκεί «ούτε μία στο εκατομμύριο δεν θα περάσει τον έλεγχο…» οπότε τα ελληνικά νησιά δεν ήταν μία δυνατή εναλλακτική ). Ταξιδέψαμε λοιπόν αεροπορικώς από το αεροδρόμιο Gatwick του Λονδίνου όπου μένω, μέχρι την Αττάλεια. Εκεί νοικιάσαμε αμάξι και επισκεφτήκαμε διαδοχικά στη διάρκεια των επόμενων οκτώ ημερών τα τουριστικά θέρετρα Τσιράλι, Κάς , Ακιάκα, Ντάτσα και Νταλιάν.
Σε αργότερο χρόνο ακολούθησε μία δεύτερη καλοκαιρινή παραθέριση στη Σμύρνη και στα παράλια βόρεια και νότια της ( διαβάστε εδώ https://yanisgoestothemoon.travel.blog/2022/11/19/%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%ba%ce%b9%ce%b1-2022/ αν θέλετε ) και μία τελευταία πολύ πρόσφατη επιστροφή στην Πόλη τον Απρίλη του 2026.
Οι θολές ομολογώ αναμνήσεις μου από το 1987, όταν είχαμε πρωτοπάει με τους δικούς μου στην Κωνσταντινούπολη, ήταν αρκετά αρνητικές αν και δεν θα ισχυριστώ ποτέ μου ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικές. Δεν γνωρίζω άλλωστε αν το τουριστικό γραφείο με το οποίο είχαμε πάει δεν είχε πιθανώς διαλέξει μία κάποια υποβαθμισμένη περιοχή για την διαμονή μας και εμείς απλά δεν το πήραμε χαμπάρι. Αυτό που μου έχει μείνει στη μνήμη πάντως είναι μία γενικευμένη αίσθηση φτώχειας και η ευρύτερη έλλειψη καθαριότητας. Χαρακτηριστική μου είναι η εικόνα κάποιων δύσμοιρων λούστρων παπουτσιών ( επάγγελμα που αγνοούσα μιας και δεν είχα δει ποτέ κάποιον να το εξασκεί στην Ελλάδα ) να ρωτάνε τον πατέρα μου αν θέλει να του βάψουν τα σκαρπίνια που φορούσε.
Την κατάσταση δεν βοήθησε το γεγονός ότι καθοδών πριν ακόμα φτάσουμε στα σύνορα, είχα καταναλώσει ένα πιθανότατα χαλασμένο γάλα κακάο στην Αλεξανδρούπολη, κάτι που μου προκάλεσε σοβαρές στομαχικές διαταραχές και διάρροιες σε όλο το υπόλοιπο ταξίδι. Μας θυμάμαι λοιπόν να σταματάμε κάθε τρεις και λίγο σε καφενέδες ή ταβέρνες όπου οι ιδιοκτήτες ζητούσαν χρηματικό αντίτιμο από τη μάνα μου για να χρησιμοποιήσω τις τουαλέτες. Μόνο εντός μεγάλων μνημείων όπως η Αγιά Σοφιά η το Ντολμά Μπαχτσέ επανέρχεται στο νου μου μία αίσθηση μεγαλείου και η πολυτέλεια του ανοιχτού χώρου. Βεβαίως τότε ήμουνα και ο ίδιος ένα μικρό γκρινιάρικό παιδί οπότε επαναλαμβάνω : αμφισβητώ αν η συγκεκριμένη μαρτυρία μου έχει την παραμικρή ουσία. Ίσως μόνο να αποτελεί ένα σχόλιο για το πόσο μίζερος ήταν ο οργανωμένος τουρισμός σαν κλάδος στην Ελλάδα στα 80’s.








Το 2007, όταν επέστρεψα στο ίδιο μέρος με τον κολλητό μου, είχαμε την απαραίτητη πλέον ωριμότητα για να εκτιμήσουμε τα όσα βλέπαμε και βιώναμε. Μείναμε σε ένα youth hostel λίγους δρόμους πιο κάτω από την Αγιά Σοφιά και το Μπλε Τζαμί, στην οδό Akbiyik. Στις 4 ημέρες που διήρκησε η παραμονή μας προλάβαμε να δούμε τα πιο βασικά αξιοθέατα της πόλης: για την Αγία Σοφία και το μεγαλείο του Βυζαντινού αυτού ναού δεν έχω τίποτα το πρωτότυπο να προσθέσω, άλλωστε η εμπειρία της επίσκεψης αφήνει ένα εντελώς προσωπικό αποτύπωμα σε κάθε άνθρωπο και η όποια περιγραφή μου σίγουρα είναι παράταιρη. Αυτό πάντως που χωρίς δισταγμό κατακρίνω είναι η πολύ βιαστική ξενάγηση που μας έκανε Έλληνας ξεναγός που βρήκαμε έξω από το μνημείο, τον οποίο έπρεπε σχεδόν να καταδιώκουμε γιατί βρισκόταν διαρκώς δύο βήματα μπροστά μας από την κάψα του να τελειώσει όσο πιο γρήγορα. Μας χρέωσε νομίζω 25 ευρώ το κεφάλι και μας αποκρίθηκε μεταξύ άλλων «τι είναι 25 ευρώ; Πας στο γιατρό, σε κοιτάει για ένα λεπτό και σου παίρνει περισσότερα…» , ατάκα της πλάκας που με ενόχλησε όντας επαγγελματίας υγείας και ο ίδιος.
Έξω από το μνημείο συναντήσαμε ένα πούλμαν με Έλληνες τουρίστες μεταξύ τους και ένα ζευγάρι συντοπιτών μας από τα Γρεβενά. Με τη μεσολάβηση τους το γκρουπ τους μας δέχθηκε να τους συνοδεύσουμε σε μία κρουαζιέρα που είχαν κλείσει στον Βόσπορο για αμέσως μετά. Όσο ρουτινιάρικη και εξόφθαλμα τουριστική και αν φαίνεται αυτήν η εμπειρία πριν την δοκιμάσεις, το φυσικό κάλλος της Κωνσταντινούπολης, ειδικά σε μία τέτοια καλοκαιρινή μέρα, την απογειώνει. Οι δύο ακτές της, Ασιατική και Ευρωπαϊκή είναι λουσμένες με εξέχοντα αρχιτεκτονικά μνημεία ενώ παρατηρεί κανείς τις τεράστιες επιβλητικές γέφυρες που τις ενώνουν, επίτευγμα της νεώτερης ιστορίας και προόδου της χώρας. Θεώρησα την επιλογή της μουσικής επένδυσης κατά την διάρκεια της βαρκάδας με τραγούδια όπως το «Θέλω να πιω όλο το Βόσπορο» του Αλκίνοου Ιωαννίδη κάπως τραβηγμένη, σαν να επιτίθεται στις ήδη ευάλωτες συναισθηματικές άμυνες των πλεούμενων, αλλά αυτό που με ξάφνιασε περισσότερο ήταν τα λόγια με τα οποία διάλεξε να κλείσει η ξεναγός του συγκεκριμένου γκρουπ τουριστών την διήγηση της. » Αυτή η πόλη…» είπε «..αυτή η πόλη δεν ανήκει ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Τουρκία, ούτε στη Δύση μα ούτε στην Ανατολή. Αυτήν η πόλη ανήκει στον εαυτό της…», κάτι που μου φάνηκε γενναίο παίρνοντας υπόψην το ακροατήριο της αλλά και μία ποιητική υπογράμμιση της μοναδικότητας της Κωνσταντινούπολης.




Σε αυτό το ταξίδι κατάφερα να χωρέσω μία δύο περαιτέρω αξιομνημόνευτες εμπειρίες: επισκέφθηκα για παράδειγμα τα δημόσια λουτρά Cemberlitas Hamami, μόλις 10 λεπτά με τα πόδια από το hostel μας, για ένα δύωρο ανατολίτικης χαλάρωσης. Τέλος έσυρα τον κολλητό μου σε μία χορευτική παράσταση περιστρεφόμενων δερβίσιδων. Πρόκειται για ένα θρησκευτικού ύφους αποχαυνωτικό θέαμα: Σούφι μουσουλμάνοι μοναχοί ξεκινούν μία σταδιακή περιστροφή γύρω από τον άξονα τους υπό τη συνοδεία ζωντανής μουσικής. Ο χορός αυτός έχει ως σκοπό την επαφή με το θείο και καθώς οι χορευτές εισάγονται στην δική τους νιρβάνα, οι θεατές παρακολουθούν τα όσα υπνωτικά λαμβάνουν χώρα στη σκηνή . Η παράσταση τελειώνει και αποχωρούμε ΧΩΡΙΣ να χειροκροτήσουμε, όπως μας ζητήθηκε στην αρχή.



Μόνο ωραίες αναμνήσεις λοιπόν πέραν της όποιας περιστασιακής αγένειας κάποιων σερβιτόρων ή πωλητών. Όσο για τους ντόπιους, τις λίγες φορές που μιλήσαμε μαζί τους π.χ. για να ρωτήσουμε οδηγίες ( google maps δεν είχαμε τότε), οι αντανακλαστικές τους αντιδράσεις με το που ακούγανε από που ήμασταν ήταν πάντοτε ιδιαίτερα φιλικές και χαρακτηριστικά θυμάμαι να ακούω τραγούδια της Παπαρίζου να βγαίνουν από τα μεγάφωνα μια τσαγιερί στην οποία καθίσαμε, πάνω στον πεζόδρομο Istikal δίπλα από την πλατεία Ταξίμ.


Τρίτη και σίγουρα όχι τελευταία επίσκεψη μου στην πόλη ήταν τον Απρίλη του 2026.
Κάθε φορά που επιστρέφω, διαπιστώνω ότι η Τουρκία αποκτά όλο και πιο εντυπωσιακές υποδομές. Το καινούργιο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης είναι το δεύτερο μεγαλύτερο στο κόσμο αν και όσοι εργάζονται σε αυτό έχουν μάλλον κατεβασμένα μούτρα, το ίντερνετ είναι δωρεάν μόνο για τους επιβάτες των Τουρκικών αερογραμμών ενώ τα μπλε ATM μη συγκεκριμένου τραπεζικού φορέα χρεώνουν μία εξωφρενική προμήθεια κάνοντας τα μη συνετή επιλογή για τον οποιονδήποτε λογικό επισκέπτη. Αγοράζω εισιτήριο για το μετρό όπου σε τηλεοπτικές οθόνες διαφημίζονται διάφορα πρόσφατα μεγάλα έργα, κυρίως αυτοκινητόδρομοι που εγκαινιάζουν οι χωρίς εξαίρεση μουστακαλήδες πολιτικοί. Παρατηρώ σε αυτά τα βίντεο μία περίεργη ταύτιση έθνους και κυβέρνησης, κάτι που πιστεύω ότι δεν θα γινόταν ανεκτό στην Ελλάδα ή σε άλλη δημοκρατία της ηπείρου. Θα εκλαμβάνονταν ως ώμη κομματική προπαγάνδα και μέρος του κοινού θα αντιδρούσε να παίζεται κάτι τέτοιο σε μέσα μαζικής μεταφοράς.
Μένω στην γειτονιά Beyoglu κοντά στον πύργο Γαλατά. Περπατώ τον ξανά στον πεζόδρομο istikal ,(κάτι σαν την αντίστοιχη Ερμού μα φαρδύτερη, μακρύτερη και πιο καλοσυντηρημένη) προς την πλατεία Ταξίμ. Μία στιγμιαία αμηχανία μου προκαλούν οι σταθμευμένοι στρατιώτες σε διάφορα σημεία του, (έξω από ένα πολιτιστικό κέντρο μάλιστα με όπλα και μπατακλάβες) ή και αλλού στεκόμενοι δίπλα με στρατιωτικά οχήματα.

Είναι προφανές ότι οι αλλαγές στην ποιότητα και την μαζικότητα του ταξιδιού παγκοσμίως δεν έχει αφήσει αυτή την μεγαλούπολη ανέγγιχτη. Μεγάλο μέρος των sokak ( τα παραδοσιακά σοκάκια ) μετατρέπονται σε τουριστικά δρομάκια, σαφώς πιο περιποιημένα μα αναπάντεχα άψυχα. Στο airbnb που έμενα όλες οι παραπλήσιες οικοδομές βρίσκονταν σε διαδικασία μετατροπής τους σε ξενοδοχεία και είμαι σίγουρος ότι αν οι Τούρκοι μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν πιο ελεύθερα θα διοργανώνονταν μαζικές διαδηλώσεις όχι μόνο για το προφανές πρόβλημα των στρεβλώσεων που προκαλεί ο υπερτουρισμός αλλά και για κάτι άλλο γίνεται αμέσως αισθητό, την ακρίβεια.
Η Τουρκία αποτελούσε ανέκαθεν μέρος όπου ο τουρίστας απολάμβανε πολύ περισσότερα από όσα λογικά θα περίμενε για τα λεφτά που ξόδευε. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει πλέον, οι τιμές σε εστίαση και σούπερ μάρκετ είναι ένα 15-20% ανώτερες της Ελλάδας και η απορία μου είναι αν οι ίδιοι οι κάτοικοι μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τέτοια κόστη. Αυτό δεν με περιορίζει από το να καταναλώσω όσο περσσότερο εξαιρετικό φαγητό και γλυκίσματα. Πηγαίνω σε ένα κουρείο στη γειτονιά μου όπου ο 16χρονος μπαρμπέρης με τα λίγα αγγλικά του μου επισημάνει με φιλικότατο τόνο ότι το τζατζίκι είναι τούρκικο και όχι ελληνικό. Κάνει μία θαυμάσια δουλειά με τα μαλλιά μου και μου προσφέρει και ένα επίπονο καθαρισμό φρυδιών με μία κλωστή » δωρεαν γιατί το χρειάζεσαι » μου επισημαίνει.
Ο πύργος Γαλατά
Ανεβαίνω στο πύργο Γαλατά για μία τσουχτερή ( 30ευρώ ) θέα την οποία δεν απολαμβάνω λόγω του πλήθους των άλλων επισκεπτών που προσπαθούν κακήν κακώς να πάρουν selfie με τα κινητά τους. Πηγαίνω στο πολύ καινούργιο μα λίγο αδιάφορο μουσείο μοντέρνας τέχνης Istanbul Modern στις ακτές της Beyoglu. Όπως και το ΕΜΣΤ στο Φιξ στην Αθήνα, το πιο σημαντικό εδώ είναι ότι υπάρχει ένα τέτοιο ίδρυμα από το οποίο θα δοκιμαστούν και ίσως θα ξεχωρίσουν στο μέλλον νέα ταλέντα, μία στέγη ουσιαστικά για αυτού του είδους την καλλιτεχνία και τους ανθρώπους που θέλουν να της αφιερωθούν.



Το μουσείο Istanbul Modern
Ένα τοπόσημο σε κοντινή απόσταση από την Sultanahment που αγνόησα στο παρελθόν και πραγματικά με θάμπωσε με την σκοτεινή και γλιστερή γοητεία του ήταν η Βασιλική Κινστέρνα/Γερεμπατάν Σαράι σε απόσταση αναπνοής από την Αγιά Σοφιά. Πρόκειται για μία υπόγεια δεξαμενή νερού που χτίστηκε τον 5 μΧ αιώνα πιθανότατα από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο ενώ αργότερα αναδιαμορφώθηκε από τον Ιουστινιανό Α΄. Ο επισκέπτης κατεβαίνει μερικά σκαλιά και εισέρχεται σε έναν χώρο ημιφωτισμένο, ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό με ιδανική θερμοκρασία όπου το μόνο που ακούει κανείς πέρα την όποια μουρμούρα άλλων τουριστών είναι οι σταγόνες του νερού. Ακόμα και αυτές οι συνομιλίες των υπολοίπων παρόντων λόγω της ηχούς που δημιουργείται στο χώρο καταλήγουν να προσθέτουν παρά αφαιρούν στην όλη εμπειρία.



Βασιλική Κινστέρνα
Κάνω και ένα walking tour στην συνοικία Fenner με έντονο το άρωμα Ελλάδας όχι μόνον λόγο της επίσκεψης στο οικουμενικό πατριαρχείο. Η ξεναγός μας η Kubran μας μιλάει για το παρελθόν το οποίο προσεγγίζει με μία διάθεση συνύπαρξης. Πολλά τα παλιά αρχοντικά ελλήνων εδώ τα οποία μας εξηγεί η ίδια ότι οι έπρεπε να τα αφήσουν επιτόπου όχι φυσικά ηθελημένα στην ανταλλαγή των πληθυσμών. Το χειρότερο μας επισημαίνει, είναι ότι «οι Τούρκοι που ήρθαν από τις διάφορες Βαλκανικές χώρες με την ανταλλαγή πληθυσμών δεν γίναν αποδεκτοί ως ισότιμοι από τους συμπατριώτες τους εδώ και το ίδιο βίωσαν οι Έλληνες, Βούλγαροι κ.α που αναγκάστηκαν να φύγουν από εδώ για να πάνε σε αυτές τις χώρες». Με ξαφνιάζει η αναγνώριση του πόνου της εμπειρία των μειονοτήτων, οι αναφορές σε Αρμένιους, Έλληνες και Βούλγαρους ως αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής πραγματικότητας αυτής της πόλης.
Κάποια άλλα από τα αξιοθέατα αυτού του tour όπως τα πολύχρωμα σκαλοπάτια λίγο πιο κάτω από το ελληνικό σχολείο μοιάζουν απλά εφεύρημα για την εποχή του instagram. Το μόνο αξιοσημείωτο στο όλο χάος είναι μία γάτα που παραμένει εκεί αδιάφορη από τους αχόρταγους για φωτογραφίες τουρίστες που περιδιαβαίνουν γύρω της. Η Κωνσταντινούπολή αποτελεί αστικό καταφύγιο των μικρών αυτών αιλουροειδών οι οποίες είναι κυριολεκτικά παντού. Οι ντόπιοι συνηθίζουν να τις δίνουν φαγητό και τις ποτίζουν και οι ίδιες έχουν συνηθίσει στο απόλυτο την ανθρώπινη παρουσία.




Τελευταίος σταθμός μου πριν την απογευματινή μου πτήση για την Θεσσαλονίκη ήταν το Μουσείο της Αθωότητας. Ο μεγαλύτερος συγγραφέας της χώρας Ορχάν Παμούκ έγραψε το συγκεκριμένο λογοτέχνημα το 2008. Μάλιστα το 2026 μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη στην πλατφόρμα του ΝETFLIX αν και πρέπει να ομολογήσω ότι δεν το έχω δει ακόμα μιας και οι κριτικές το περιγράφουν ως γλυκερό όσο ένα τουρκικό λουκούμι. Σε ένα παλιό αρχοντικό εκθέτονται τα χειρόγραφα του καθώς και αντικείμενα νοσταλγικής φύσης που αντιπροσωπεύουν μία αθώα εποχή και τον ρομαντισμό της νοσταλγίας. Στις ιστορίες του Παμούκ η τουρκική ταυτότητα και η κοινωνία που την ορίζει αποτελεί πάντοτε εξίσου σημαντικό πρωταγωνιστή με τον όποιο επινοημένο χαρακτήρα της πλοκής. Στο βιβλίο ο ήρωας ερωτεύεται παράφορα μία μακρινή του ξαδέρφη και αρχίσει να συλλέγει ότι έχει αγγίξει η ίδια στο πέρασμα των χρόνων, από τις γόπες των τσιγάρων που καπνίζει μέχρι ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα ή και τρόφιμα που απλώς δοκίμασε. Το μουσείο είναι σε σημεία του αρωματισμένο με ροδόνερο ενώ παλιές ασπρόμαυρες τουρκικές ταινίες προβάλλονται στους τοίχους των διαδρόμων. Εκτίμησα το ότι η Πόλη ( δεν νομίζω η κυβέρνηση που δεν φαίνεται να πολυ εκτιμά τους διανοούμενους ) αναγνώρισε στον Παμούκ ένα από τα πιο λαμπρά της μυαλά που αυτό το λιλιπούτειο και ευφάνταστο μουσείο γιορτάζει περαιτέρω.



Στις λίγες σκόρπιες συνομιλίες που έχω με τους ντόπιους δεν ακούω ούτε μία καλή κουβέντα για τον τωρινό τους πρόεδρο και κατανοώ ότι οι πολίτες, τουλάχιστον αυτής της κοσμοπολίτικης πόλης είναι έξυπνοι, πολιτικοποιημένοι. Όπως συμβαίνει σε πολλά μέρη, η κοινωνία μοιάζει βήματα μπροστά από την ίδια την κυβέρνηση.

….

2026
Πριν από μερικά χρόνια βρέθηκα σε μία άλλη περιοχή της χώρας για καλοκαιρινές διακοπές. Στις 28 του Σεπτέμβρη του 2020 αφήνουμε πίσω μας το εξαιρετικά μίζερο ( λόγω lockdown ) Λονδίνο και μετά από τετράωρη πτήση της άριστης Turkish Airlines, προσγειωνόμαστε στο προορισμό μας, το αεροδρόμιο της Αττάλειας στις 6 μ.μ. Με όσα συνέβαιναν τότε μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, νιώθω κάποια νευρικότητα και αναμένω περίεργα βλέμματα στο αεροδρόμιο. Παρόλα αυτά ο φρουρός απλά συγκρίνει γρήγορα την φωτογραφία του διαβατηρίου μου με το πρόσωπο μου και το σφραγίζει.

Για την πρώτη μας διανυκτέρευση επιλέξαμε ένα κατάλυμα κοντά στην παραλία Κonialty, στα νότιο δυτικά της πόλης. Αφήνουμε τα πράγματα μας στο (μέτριο) ξενοδοχείο μας Sealife Lounge και βγαίνουμε μία βόλτα προκειμένου να τσιμπήσουμε κάτι και να δούμε την παραλιακή. Μας χαλαρώνει ο καλοκαιρινός αέρας και η απλότητα στο ντύσιμο των Τούρκων. Η ατμόσφαιρα μοιάζει αντίστοιχη ελληνικής παραλιακής κωμώπολης. Πηγαίνουμε για φαγητό στο μικρό εστιατόριο Midye Tezgahı, ακριβώς δίπλα από το ξενοδοχείο μας. Το μαγαζί το κουμαντάρει ένα νεαρό ζευγάρι, προικισμένο με πολύ καλούς τρόπους μα λίγα αγγλικά. Από το περιορισμένων επιλογών μενού, εμείς τρώμε άπειρους Dolma, που τουλάχιστον στην περιοχή που ήμασταν σημαίνει γεμιστά μύδια με αρωματικό ρύζι, θεϊκός μεζές που ήταν διαθέσιμος και σε πολλά άλλα σημεία κατά την διάρκεια του ταξιδιού μας κυρίως από υπαίθριους πωλητές.


Μετά το δείπνο, βγαίνουμε για μία διερευνητική βόλτα στην παραλιακή. Άνθρωποι κάθε ηλικίας με τις οικογένειες τους ή με τους φίλους τους έχουν αφήσει τα σπίτια τους για για να χαλαρώσουν στην ακτή ή στον πολύ προσεγμένο και μάλλον πρόσφατα ανακαινισμένο (τα πάντα μοιάζουν ολοκαίνουργια και άφθαρτα) πεζόδρομο που τρέχει παράλληλα της. Αθλητικοί χώροι, περιποιημένα παρτέρια και στιλάτα παγκάκια γεμίζουν τον χώρο. Παρατηρώ μία μάλλον τουρκική συνήθεια όπου δύο ή και περισσότερα άτομα κουβαλάνε μικρές πτυσσόμενες καρέκλες τις οποίες τοποθετούν σε ένα τυχαίο σημείο στο γκαζόν ή στο κράσπεδο για να πιούν μία μπίρα ή να τσιμπήσουνε κάτι. Μου αρέσει η καλαίσθητη μοντέρνα αρχιτεκτονική του πεζόδρομου καθώς και το πόσο πεντακάθαρα είναι τα πάντα. Ειδικά το δεύτερο με κάνει να αναρωτιέμαι γιατί να υπάρχει εδώ αισθητά περισσότερος σεβασμός στο δημόσιο χώρο από ότι σε αντίστοιχες παραλιακές της Ελλάδας, όπως πχ της Θεσσαλονίκης με συχνές καταστροφές αγαλμάτων και αρκετή βρωμιά ή στη παλιά πόλη στο Ρέθυμνο γεμάτη με αντιαισθητικό γκράφιτι. Είναι όντως αποτέλεσμα κοινωνικής παιδείας των Τούρκων ή απλά του φόβου τους για πιθανές συνέπειες αν πιαστούν από την τουρκική αστυνομία (που δεν φημίζεται για την ηπιότητα της) να κακοποιούν τον χώρο; Σε κάθε περίπτωση, η νυχτερινή αυτή πρώτη επαφή με την πόλη ήταν αν μη τη άλλο γοητευτική






Την δεύτερη μέρα επιβιβαζόμαστε στο αυτοκίνητο μας και ξεκινούμε το ταξίδι μας προς τα δυτικά. Κάνουμε μία γρήγορη στάση στον αρχαιολογικό χώρο Myra Antik Kenti στην κατά τα άλλα αδιάφορη, γεμάτη με θερμοκήπεια πόλη Demre. Επρόκειτο για ένα καλοδιατηρημένο αμφιθέατρο του πολιτισμού των αρχαίων Λυκίων. Οι λαξευμένοι τάφοι στα βουνά που το πλαισιώνουν, συνήθως διώροφοι με τριγωνική στέγη και σε πολλές περιπτώσεις ανάγλυφη διακόσμηση είναι ενδεικτικοί του πολιτισμού τους.

Δεύτερος σταθμος μας το Τσιράλι/Όλυμπος. Ο συγκεκριμένος οικισμός μου δίνει την εντύπωση πως κάποτε ήταν ένα φτωχικό αγροτικό χωριουδάκι πριν ο τουρισμός εμπορευματοποιήσει εντελώς την απλή καθημερινότητα των ντόπιων. Τα μαγαζιά που συναντούμε εδώ είναι δίχως εξαίρεση παρεμφερή εστιατόρια ή καφετέριες που προσφέρουν ένα copy-paste μενού. Παραταύτα να σημειώσω ότι η τουρκική κουζίνα είναι γευστικότατη, ακόμα και σε αυτή την στοχοποιημένη, απαίδευτη εκδοχή της. Επιπλέον οι τιμές εδώ όπως και σε όλα τα μέρη που επισκεφθήκαμε ήταν ( τότε τουλάχιστον ) πολύ οικονομικές.







Κύριος πόλος έλξης στο Τσιράλι είναι η 3,5 χιλιομέτρων ανέγγιχτη παραλία του επονομαζόμενη «Όλυμπος» (απο το ποτάμι που καταλήγει στην θάλασσα σε εκείνο το σημείο). Κάτι που μου άφησε θετική εντύπωση είναι τα προστατευτικά μεταλλικά κιόσκια για την οριοθέτηση φωλιών των χελώνων της περιοχής. Το μεσημεράκι οι υψηλές θερμοκρασίες δημιουργούσαν μία αποπνικτική ατμόσφαιρα από την οποία μπορούσε κάποιος να δραπετεύσει μόνο εντός του νερού. Σαφώς πιο ανθρώπινη η αίσθηση το απογευματάκι οπότε και εξερευνήσαμε από άκρη σε άκρη την ακτή. Κάθε τετραγωνικό της μέτρο ήταν κατειλημμένο από φοιτητές, φέρνοντας μου στο νου το φοιτητικού camping στο Ποσείδι της Χαλκιδικής που κάπως σνόμπαρα όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο μα τώρα η ανάμνηση είναι γεμάτη νιάτα και νοσταλγία. Ευχάριστη (αν και όχι απολύτως απαραίτητη) και η βόλτα στον αρχαιολογικό χώρο την Βόρειας Νεκρόπολης που βρίσκεται ακριβώς δίπλα.


Δεύτερος προορισμός μας η πόλη Κας, η οποία αποτελεί διάσημο κέντρο καταδύσεων στην Τουρκία. Ο πληθυσμός των 7.000 κατοίκων που αναγράφεται στο wikipedia μου φάνεται υπερβολικά μικρός για ένα μέρος που τουλάχιστον το καλοκαίρι πλημμυρίζει από τουρίστες, (αν όχι ξένους τη φετινή χρονιά, σίγουρα πάντως από πολλές χιλιάδες ντόπιους παραθεριστές). Ενδεικτικό το πως όλοι οι γύρω λόφοι έχουν γεμίσει με νεόκτιστες καλοκαιρινές βίλες πολυτελείας. Το όμορφο ιστορικό κέντρο είναι σπαρμένο με επιχειρήσεις εστίασης, καφετέριες και σχολές scuba diving.
Περπατώντας ένα μεσημέρι στους πεζόδρομους του, παίρνει το μάτι μου ένα βαριεστημένο έφηβο να πλάθει τους τούρκικους Kofte ( τα δικά τους κεφτεδάκια δηλαδή ) από κιμά για να ψήσει το βράδυ στη σχάρα της ψησταριάς που δουλεύει. Αυτό είναι μία σκηνή αρκετά συχνή στη Τουρκία: μπαίνει κανείς πχ σε ένα εστιατόριο που προσφέρει τουρκικά ραβιόλια και θα δει ολόκληρη φαμίλια από μαντηλοφορούσες γυναίκες να διπλώνουν φρέσκια την πρώτη ύλη. Σε αντίστοιχες επιχειρήσεις στη Ευρώπη ή στις ΗΠΑ συνήθως τα πάντα είναι προψημένα ή παγωμένα ή αν όντως το οτιδήποτε προετοιμάζεται επι τόπου, υπογραμμίζεται ως κάτι το ξεχωριστό πχ βλέπε τα ζαχαροπλαστεία όπου το εργαστήριο είναι εκτεθειμένο για να βλέπεις ότι ο εργαζόμενος φτιάχνει το μιλφέιγ σου ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ (!!!) το οποίο μπορεί να αρέσει στο πελάτη αλλά σίγουρα κάνει πιο καταπιεστική την εργασία αυτού που το προετοιμάζει. Για να πω την αλήθεια, έχω δει και την τουρκική εκδοχή αυτής της διαφημιστικής μαγειρικής στην Κωνσταντινούπολη όπου πολλά εστιατόρια θα βάλουν μία ηλικιωμένη συνήθως στην βιτρίνα του μαγαζιού να πλάθει καθισμένη ψωμί ή πίτες, κάτι που με έκανε πάντοτε να νιώθω αμηχανία και λύπη για τις εμπλεκόμενες.




Για τη διαμονή μας στο Κας επιλέξαμε το ξενοδοχείο Diva το οποίο βρίσκεται πάνω στην χερσόνησο Curkubag Yarimadasi μερικά χιλιόμετρα δυτικά της πόλης. Το συγκεκριμένο κατάλυμα είχε την δική του ιδιωτική τσιμεντένια αποβάθρα. Το βραχώδες πέτρωμα της χερσονήσου εκεί δεν διαθέτει κάποια παραλία μα προσφέρει παραδεισένιες θέες του Καστελλόριζου ακριβώς απέναντι. Η εγγύτητα της Ελλάδας και ταυτόχρονα η μη δυνατότητα προσέγγιση της ( λόγω covid αλλά και πολιτικού κλίματος) με κάνει να νιώθω περίεργα. Ένα πλοίο του ελληνικού ναυτικού που είδα να αναχωρεί από το λιμάνι του νησιού σε συνδυασμό με τις διεθνείς ανταποκρίσεις στα διάφορα κανάλια ενισχύουν την αμηχανία και ανασφάλεια.
Πάντοτε θεωρούσα τα ελληνοτουρκικά μόνιμο αποδιοπομπαίο τράγο των ελληνικών ΜΜΕ. Μία ζωή άλλωστε ο τόνος ήταν υστερικά ο ίδιος. Σε κάθε περίπτωση, κάθε φορά που σε αυτό το ταξίδι κάποιος ντόπιος με ρωτούσε από ποια χώρα είμαι, με έπιανε δισταγμός γιατί ήξερα ότι αυτό που θα ακολουθούσε είναι κάποιο σχόλιο για το πόσο όμοιοι είμαστε σαν λαοί και ποια είναι η γνώμη μου για την μόνιμη ένταση μεταξύ μας, συζήτηση που δεν ήθελα να ανοίξω γιατί δεν ένιωθα ότι μπορούσα να την πραγματοποιήσω με ειλικρινείς όρους τη συγκεκριμένη στιγμή.

Διεθνείς ανταποκρίσεις με το Καστελλόριζο στον ορίζοντα
Μία επίσκεψη εδώ πάντως, όπως άλλωστε και σε κάθε χώρα, εξανθρωπίζει τον όποιο «εχθρό», ιστορικό ή τωρινό.Δεν θεωρώ ότι οφείλω από ‘πατριωτικό’ καθήκον τους μισήσω τον οποιονδήποτε. Είναι πραγματικά ενδιαφέρον το πόσο διαφορετική ακούγεται η τουρκική γλώσσα στα ελληνικά αυτιά όταν δεν την ομιλεί ο Ερντογάν ή κάποιος στρατηγός/πολιτικός αρθρώνοντας διπλωματικές απρέπειες αλλά όταν την ακούς από μία παρέα κεφάτων εφήβων που απολαμβάνουν τον καφέ τους σε μία τρέντι καφετέρια.


Μία ημέρα αποφασίζουμε και οι ίδιοι να πραγματοποιήσουμε μία κατάδυση. Διαλέγουμε στη τύχη ένα πρακτορείο το πλοίο του οποίου ήταν ιδιαίτερα καινούργιο και το πλήρωμα φιλικό. Για την πρώτη βουτιά μας κατευθυνόμαστε στην ανατολική ακτή έξω από την πόλη σε κοντινή απόσταση από την στεριά. Πέρα από τα τουριστικά καραβάκια που κάνουν βαρκάδες στους τριγύρω κολπίσκους, βλέπουμε προσαραγμένο ένα τούρκικο πλοίο του πολεμικού ναυτικού. Η συσσώρευση στρατιωτικών δυνάμεων σε μία κατα τα άλλα γαλήνια ειδυλλιακή περιοχή όπου ο κόσμος υποτίθεται ότι βρίσκεται εκεί για να χαλαρώσει, αποτελεί μία φάλτσα νότα. Αντιθέτως με πως εξέλαβα το θέαμα εγώ πάντως, ένας άλλος Γερμανός τουρκικής καταγωγής που βρισκόταν επίσης στο πλοίο με τη γυναίκα του, έβγαζε εκστασιασμένος τη μία μετά την άλλη φωτογραφία με το κινητό του.

Αργότερα στην πόλη παρατηρώ όλες αυτές τις διαφημίσεις για μονοήμερες κρουαζιέρες που υπό φυσιολογικές συνθήκες προσφέρονται για το Καστελλόριζο ( το ταξίδι διαρκει μόλις 20 λεπτά ). Το επίσημο γραφείο που συνήθως τις αναλαμβάνει είναι φέτος κλειστό και σε όλα τα άλλα που ρωτάμε μας λένε «του χρόνου πάλι. Φέτος δεν ενδέχεται». Θυμάμαι σε περασμένες διακοπές σε Κω και Λέσβο να είναι σε προσφορά και αφθονία τα αντίστοιχα ταξίδια σε κοντινά τουριστικά θέρετρα της Τουρκίας. Ουσιαστικά οι άνθρωποι που ζουν στις δύο χώρες σε απέναντι ακτές, σε εποχές λογικής και νηφαλιότητας στηρίζουν ο ένας το τουριστικό πακέτο του άλλου μιας και η περιέργεια για το τι βρίσκεται στην απέναντι ακτή του Αιγαίου είναι προφανώς μεγάλη.


Ειδική αναφορά αξίζει η εμπειρία του να επισκεφθείς κουρέα στην Τουρκία. Μοιάζει να αποτελεί καθαρά αντρική δουλειά ( μόνο στην Αττάλεια είδα «hairdressing salon» με γυναίκες μέσα) και πολύ ‘μάτσο’ εμπειρία με το δικό της ιδιαίτερο τελετουργικό. Στο κουρείο που πήγα, με την καθιερωμένη κορνίζα του Κεμάλ σε περίοπτη θέση και τη τηλεόραση να παίζει τουρκικές σαπουνόπερες με υπερβολικά εμφανίσιμους νεαρούς και νεαρές σε παλαιολιθικά οικογενειακά διλήμματα, βίωσα μία πρωτότυπη περιποίηση που περιλαμβάνει κούρεμα υψηλής ακρίβειας, κάψιμο τριχών στα αυτιά με αναμμένο βαμβάκι και ένα αρκετά βίαιο λούσιμο και μασάζ κεφαλής στο τέλος.

Όπως και να έχει, παρά την ομορφιά του τοπίου που σε κάνει να ξεχνιέσαι, ιδιαίτερα στο Κας μου ήταν αδύνατον να μην αναλύω διαρκώς στο μυαλό μου αυτή τη χώρα ως μία παράδοξη πολιτική οντότητα. Είχα διαβάσει ένα μάλλον ειρωνικό άρθρο σε αγγλικό περιοδικό πριν μερικές βδομάδες όπου έλεγε ότι η Τουρκία έχει ξεμείνει από χειροπέδες για να φυλακίσει τους εναπομείνοντες ελεύθερους πολιτικούς ακτιβιστές και δημοσιογράφους της. Ειδικά όσος αφορά τους έγκλειστους ανθρώπους των ΜΜΕ, έχει καταφέρει να ξεπεράσει ακόμα και το θλιβερό ρεκόρ της Κίνας και έιναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς στα σοβαρά ότι υπάρχει ελευθερία του τύπου στη χώρα. Πιστεύω πάντως ότι η κοινωνία στην Τουρκία είναι πολλά βήματα μπροστά από την κυβέρνηση της. Αποτελεί άλλωστε πατρίδα κάποιων από τους πιο ενδιαφέροντες καλλιτέχνες, σκηνοθέτες και συγγραφείς στο κόσμο και η κουλτούρα της δεν περιορίζεται στις πατριαρχικές σαπουνόπερες που έχουν κάνει μετάσταση σε όλα τα ελληνικά ιδιωτικά κανάλια.
Ο εθνικισμός πάντως είναι ξεκάθαρα παρόν εδώ με την εθνική τους σημαία και ειδικά το πορτρέτο του Κεμάλ Ατατούρκ (σε ποικίλες πόζες) είναι κυριολεκτικά παντού και σε βαθμό που σχεδόν τον λες φετιχιστικό. Ως ένα σημείο μάλλον αυτό είναι αναμενόμενο μιας και είμασταν εκεί στις 30 Αυγούστου που αποτελεί εθνική τους εορτή. Υπάρχει άραγε και εδώ η εμμονή με το υποτιθέμενο (και πάντα άσπιλο απο ιστορικές λεπτομέρειες που δεν βολεύουν ) ‘λαμπρό’ παρελθόν, στην ιδέα του οποίου αυταρέσκονται όλοι ανεξαιρέτως οι βαλκάνιοι λαοί;


Σημάδια εθνικού πατριωτισμού…ή εθνικισμού;
Την τρίτη μέρα αν θυμάμαι καλά οδηγήσαμε 10 χιλιόμετρα από το Κας για να κολυμπήσουμε στην πολύ δημοφιλή παραλία Kaputas. Το τοπίο φέρνει κάπως στην διάσημη ακτή Αμάλφι στην Ιταλία. Η παραλία αυτού καθ αυτού βρίσκεται στη βάση ενός μικρού γκρεμού. Τα νερά είναι πεντακάθαρα και καταγάλανα και η οργάνωση ( ναυαγοσώστες, ντους, αποχωρητήρια ) πραγματικά υποδειγματική. Μοναδική εξαίρεση …η απόλυτη έλλειψη πάρκινγκ! Οπότε αν αποφασίσετε να πάτε καλύτερα να το οργανώσετε σχετικά νωρίς το πρωί. Ανάμεσα στο πλήθος των παραθεριστών παρατηρώ και κάποιες κυρίες με το αμφιλεγόμενο μπουρκίνι ( ισλαμικό μαγιό που η ονομασία του αποτελεί τη σύνθεση των λέξεων μπούρκα και μπικίνι»). Θυμάμαι σε παλιότερες διακοπές στο Αλικάντε στην Ισπανία πόσο παρόμοια ήταν θάλασσα, ο καιρός και η ίδια η παραλία με αυτή μα εκεί οι λουόμενοι που τραβήξανε την προσοχή μου ήταν π.χ γυναίκες τρίτης ηλικίας που κάνανε μπάνιο topless ή ένα τρανς αγόρι με κομπρέσες να καλύπτουν το προσφάτως εγχειρισμένο του στερνό. Νιώθω ότι δυστυχώς, μάλλον δεν θα υπήρχε θέση για αυτούς τους παραθεριστές σε αυτή τη παραλία. Ίσως ούτε και σε μία ελληνική που θα αποδοκίμαζε σιωπηλά τους φιλελεύθερους Ισπανούς αλλά και τις υπερσυντηρητικές Τουρκάλες τουρίστριες σε ίσες δόσεις.
Η παραλία Kaputas
Αφήνουμε μετά από τρεις μέρες το Κας και συνεχίζουμε στην Ακιάκα, μία παραλιακή κωμόπολη με πράσινους λόφους να την πλαισιώνουν. Η αρχιτεκτονική των περισσότερων κτιρίων, ακόμα και των πολύ καινούργιων είναι παραδοσιακή οθωμανική με ξύλινα μπαλκόνια και λουλουδάτους κήπους. Διαφανή νερά και νοικοκυρεμένος όλος ο οικισμός στο σύνολο του. Μία βουτιά στην παραλία της είναι αν μη τι άλλο δελεαστική αλλά το απόλυτο ζενίθ είναι μία δεύτερη βουτιά στο καταπαγωμένο ποταμό Αζμάκ, που παρά τις ψηλές θερμοκρασίες της εποχής το βιώσαμε σαν εμπειρία αντίστοιχη χειμερινού κολυμβητή. Όμορφη νότα δίνουν και τα εστιατόρια χτισμένα σε μέρος της ακτής του ( τα οποία όμως για το καλό του τοπίου ελπίζω να μην πολλαπλασιαστούν περαιτέρω στο μέλλον). Θεωρώ τον συγκεκριμένο προορισμό πραγματικά την ανακάλυψη του όλου ταξιδιού, ένα μέρος παντελώς άγνωστο στο ευρύ κοινό εκτός χώρας, ιδιαίτερα ξεχωριστό που συνδυάζει τον πολιτιστικό τουρισμό με την φυσιολατρία.






Ακιακά
Συνεχίσαμε στον επόμενο προορισμό μας, στην πανέμορφη χερσόνησο Ντάτσα όπου και διαμείναμε στην ομώνυμη πόλη, ακριβώς απέναντι απο την Σύμη που μπορούσαμε να διακρίνουμε στον ορίζοντα. Η περιοχή είναι καταπράσινη με ήρεμους ρυθμούς και μία ανθρωπιά που εξανεμίζεται όταν ο μαζικός τουρισμός αγγίξει τέτοια μέρη. Υπήρχαν κάποια συμπαθητικά εστιατόρια και ελάχιστη οικοδομική δραστηριότητα στους λόφους που δεσπόζουν γύρω της. Ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονότος ότι, σύμφωνα πάντα με τα όσα μας είπανε, το μοντέρνο οδικό δίκτυο είναι σχετικά πρόσφατο και αντικατέστησε ένα προηγούμενο εξαιρετικά δύσβατο. Η πιο ξεχωριστή παραλία που επισκεφθήκαμε σε όλες τις διακοπές μας ήταν μακράν η Hayitbuka koyk, μόλις μερικά χιλιόμετρα από την Ντάτσα, με κρυστάλλινα νερά και γεμάτη ψάρια που τσιμπάνε τα πόδια των τουριστών.






Τελευταίος μας σταθμός πριν την επιστροφή μας στην Αττάλεια για την πτήση πίσω την Αγγλία, η σαφώς πιο τουριστική Dalyan. Έχω την υποψία ότι υπό κανονικές συνθήκες η πόλη πρέπει να είναι πνιγμένη στους Άγγλους ( οι πιο φθηνιάρηδες, ενοχλητικοί τουρίστες παγκοσμίως ) λόγω και του αεροδρομίου της ( Dalaman airport ) με συνδέσεις με μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις. Παραταύτα αποτελεί έναν ευχάριστο προορισμό και διαθέτει μία πολύ καλά προστατευόμενη παραλία όπου και εδώ χελώνες γεννάνε τα αυγά τους. Κλέβουν τις εντυπώσεις οι φωτογενείς θέες αρχαιολογικών μνημείων στους βράχους απέναντι από το ποταμό που την διασχίζει που και σε αυτή τη περίπτωση πρόκειται για λαξευτούς τάφους των Λυκίων.







Dalyan
Φτάνουμε στην Αττάλεια για μία τελευταία μέρα πριν το αντίο μας στην Τουρκία. Μένουμε σε όμορφο ξενοδοχείο συναποτελούμενο από δύο τρία ανακαινισμένα αρχοντικά στην παλιά πόλη. Όπως σχεδών κάθε άλλη παλιά πόλη ανα την υφήλιο, από το Τάλλιν μέχρι την Αβάνα, έτσι και αυτή της Αττάλειας αποτελεί ουσιαστικά θεματικό πάρκο για κάνουν τις βόλτες τους οι τουρίστες. Κανένας δεν κατοικεί πλέον εδώ και όλα τα κτίρια έχουν μετατραπεί σε τουριστικού ενδιαφέροντος επιχειρήσεις, εστιατόρια, ξενοδοχεία, μαγαζιά με σουβενίρ κλπ.
Μία ιδιαιτερότητα και ευλογία αυτού μας του ταξιδιού ήταν το γεγονός ότι όλα τα μέρη που επισκεφθήκαμε ήταν γεμάτα αποκλειστικά από ντόπιους. Η πανδημία κράτησε τους περισσότερους ξένους μακριά οπότε και στα θέρετρα κυριαρχούσε μία άλλη ευπρόσδεκτη νηνεμία ( ίσως κια μία σιωπηλή απελπισία από τους ανθρώπους του τουριστικού κλάδου, ποιος ξέρει…).







Εικόνες από την πόλη της Αττάλειας
Πολιτικά μπορεί να σκεφτεί κανείς τα άπειρα για την Τουρκία, ελάχιστα από τα οποία θετικά. Τουριστικά πάντως η χώρα διακρίνεται πλέον από έναν επαγγελματισμό εμένα με ξάφνιασε ευχάριστα. Η αεροπορική της εταιρεία είναι αξεπέραστη, οι αρχαιολογικοί της χώροι οργανωμένοι και με καλές εγκαταστάσεις, ικανοποιητική καθαριότητα και αίσθηση ασφάλειας και στο κόσμο, στους εστιάτορες, ξενοδόχους αλλά και ταξιτζήδες διακρίνει κανείς τουριστική παιδεία ( πλέον φέρονται λιγότερα πιεστικά, χρεώνουν όσο πρέπει). Δεν παρατήρησα την προχειρότητα σε υπηρεσίες που θυμάμαι από το παρελθόν ούτε βίωσα την απόλυτη καταδίωξη του τουρίστα να αγοράσει ( και τη προσβολή που επακολουθεί αν τύχει και αρνηθεί ),κάτι που έχω ζήσει σε μέρη όπως η Αίγυπτος ή το Μαρόκο. Αξιέπαινη και η σύνεση στην εφαρμογή καταπολέμησης του κορωνοϊού με θερμομετρήσεις και μάσκες παντού όπως και υπαλλήλους του δήμου να τριγυρνάνε με ειδικά αμαξίδια για να επιβάλλουν τα μέτρα.
Μου ήταν κάποιες φορές δύσκολο μέσα μου να δικαιολογήσω την επιθυμία μου να επενδύσω περαιτέρω χρόνο και χρήματα για να εξερευνήσω σε μεγαλύτερο βάθος μία χώρα που σύμφωνα με τα δελτία των ειδήσεων των οκτώ και τα βιβλία ιστορίας οποιασδήποτε τάξης, ο μόνιμος στόχος της ήταν και είναι η διαβολή και υπονόμευση της δικής μας. Αυτή θα ήταν η υιοθέτηση μίας ισοπεδωτικής λογικής απέναντι στην Τουρκία στην ολότητα της αλλά και στον τούρκικο λαό που όπως και ο δικός μας, κάθε άλλο παρά μονοδιάστατος δεν είναι.
Ανήκει η Τουρκία στην Δύση ή στην Ανατολή ;… τελικά έχει αυτό κάποια σημασία ; H χώρα αυτή αποτελεί έναν αντιφατικό, πολυπρόσωπο και ευωδιαστό προορισμό που μόνον δύναται να εμπλουτίσει την φαντασία και εμπειρίες του όποιου ταξιδιώτη, έλληνα ή ξένου.
Πριν ταξιδέψετε διαβάστε:



Πριν ταξιδέψετε δείτε:










